ΗΜέΡΑ #9 / Ενορχηστρώσεις μπερδεμένου κώδικα

lights

Το μόλις προηγούμενο Σάββατο (23 Απριλίου δηλαδή) πήγα να δω το για ολίγες εμφανίσεις σχήμα του Γιώργου Νταλάρα στην Ακτή Πειραιώς. Σε όσους ανήκουν στον κλειστό κύκλο φίλων αλλά και σε όσους παρακολουθούν ή έχουν διαβάσει κατά καιρούς άρθρα μου, είναι γνωστή όχι μόνο η φιλικά διατεινόμενη θέση μου απέναντι στον Γιώργο Νταλάρα αλλά και η κυριολεκτική αγάπη μου για το υλικό, τις ερμηνείες και τους δίσκους του. Μπορώ να πω όμως ότι η εμφάνιση του αυτή που προανέφερα είναι η πλέον ισχνή που έχω δει τα τελευταία 10 χρόνια. Και αυτό δεν έχει να κάνει με την προσωπική του απόδοση.

Πάνω στη σκηνή

Το ζητούμενο πάντα σε μία συναυλία και μια δημόσια καλλιτεχνική κατάθεση είναι η συμπαγής δομή του κώδικα, τουτέστι τα στοιχεία που συναποτελούν το τελικό αμάλγαμα εικόνων και φράσεων να μπορούν να μπουν σε μία συνειρμικότητα που οφείλει τη ροή της σε στοιχεία που αντλούνται από το χρόνο, την ιστορία και τα πολιτισμικά σημεία που την αφορούν (μάλιστα όπως πολύ σωστά υποστηρίζει και μια νεώτερη γενιά επικοινωνιολόγων ακόμα και από την ένδειξη των στοιχείων που ΔΕΝ την αφορούν).

Οι συγκεκριμένες εμφανίσεις του Γιώργου Νταλάρα είχαν να κάνουν με μια ρετροσπεκτίβα στα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή. Κάτι που έχει και στο παρελθόν και μάλιστα με άριστα αποτελέσματα επιχειρήσει. Όσοι θυμούνται το ανάλογο εγχείρημα στο Ηρώδειο θυμούνται σαφώς και τα θαυμάσια αποτελέσματα αυτού. Και δεν είναι τα αταίριαστα ντραμς της ορχήστρας (που θύμιζαν χτυπήματα μπουζουκλερί και πολύ μακριά από τα διακριτικά χτυπήματα που απαιτούν οι ενορχηστρώσεις του Κουγιουμτζη ακριβώς επειδή δεν είναι αρκουδιάρηκες), δεν είναι το μάλλον άστοχο της θέσεως των τραγουδιστών που τον συνοδεύουν (το κάκιστο και άστοχο ντύσιμο της Βασιλική Καρακώστα και της Ασπασίας Στρατηγού, αντίστοιχα ή το «μάλλον» που συνοδεύει την τελική κρίση της ερμηνευτικής στόφας του συμπαθέστατου Θοδωρή Κοτονιά), δεν είναι ότι θεωρώ μάλλον απρεπές μία βιολοντσελίστρια να ακουμπά το μάγουλο της στο όργανο της φανερά από βαρεμάρα όταν δεν έχει μέρη σε ένα τραγούδι, δεν είναι το στρίμωγμα άνευ ορίου που υπάρχει στα τραπέζια της πλατείας και του διαζώματος (με τα απαράδεκτα τραπεζάκια καφετέριας του 70 να δεσπόζουν), δεν είναι τα άνυδρης λογικής φώτα που το μόνο που είχαν ως κώδικα είναι να ενώνουν δυο ρομποτικούς κύκλους στο σημείο που εμφανίζεται ο Γιώργος Νταλάρας, δεν είναι οι κοπέλες που σε ζάλιζαν με τις φωτογραφίες που σου τραβάνε για να σου φέρουν μετά τα δείγματα ώστε να πειστείς να αγοράσεις, δεν είναι το ότι υπήρχε το γνωστό πασάρισμα τσιγάρων από κοπέλες μέσα στο χώρο ντυμένων με το βαρετό στυλάκι του παραλιακού ξεκωλέ, δεν είναι ότι με όλη την προσπάθεια του Γιώργου Νταλάρα να περάσει ανάμεσα στα τραγούδια πινελιές από τη ζωή και την προσωπικότητα του Σταύρου Κουγιουμτζη, επιστρατεύοντας προσωπικές αναμνήσεις αλλά ακόμα και χωρία από τα δυο fiction βιβλία που έχει κυκλοφορήσει ο αείμνηστος, το αποτέλεσμα ακουγόταν ως φίλερ ανάμεσα στις εκτελέσεις. Είναι όλα μαζί. Τα φίλερ ακουγόντουσαν ως τέτοια επειδή σε ένα τέτοιο μαγαζί δεν μπορείς να κάνεις retrospectiva ενόσω ρέει το whisky και το όποιο οινόπνευμα, είναι ότι δεν μπορείς να περνάνε παραλιακής λογικής γκόμενες (ο όρος έχει να κάνει με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται) ενόσω ακούγονται στίχοι του Μάνου Ελευθερίου διότι το τελικό αποτέλεσμα είναι χειρότερο και από τη Μύγα του Κρόνεμπεργκ, είναι ότι δεν μπορείς να έχεις τέτοια φώτα ενώ ανεβάζεις τον Γιώργο Νταλάρα διότι αναγκαστικά ωθείς το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα σε ένα μπουζουκογκόλεμ.

Κάτω από τη σκηνή

Το Γκόλεμ κάποια στιγμή θα αναστηθεί κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες. Άμα βάζεις τέτοια φώτα θα σου έρθει και θα σου ορίσει τη βραδιά το Γκολεμ του χοροπιδάδικου. Μπορεί να μην είχαμε γαρύφαλλα και λουλούδια (τα αποκλείει αυτόματα από τα μαγαζιά όπου εμφανίζεται ο Γιώργος Νταλάρας) αλλά όλα τα υπόλοιπα ήταν εκεί.

Και φυσικά και είναι δικαίωμα του Γιώργου Νταλάρα να εμφανίζεται σε όποιο μαγαζί θέλει αλλά χρειάζεται άλλη διαχείριση μια τέτοια προσπάθεια διότι ακριβώς επειδή είναι ένας έξυπνος και με μνήμη καλλιτεχνική άνθρωπος ενθυμείται, είμαι σίγουρος, πολύ καλά την κατά κράτος αισθητική ήττα πριν από (αρκετά η αλήθεια είναι) χρόνια στο Arena με τον Αντώνη Ρέμο. Η αισθητική του μαγαζιού είχε νικήσει την ποιότητα της τέχνης του. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με έναν μπερδεμένο κώδικα που δεν έχει καμία σχέση με το επίκεντρο του προβληματισμού του Κουγιουμτζη, το οποίο είναι μια εσωτερικότητα που ακολουθεί την παρατήρηση του εξωτερικού κόσμου (ακόμα και όταν αναφέρεται σε ερωτικής πτυχής ζητήματα).

Ο Κουγιουμτζής  δε λέω σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να ανακρούεται ο κάθε στίχος του υπό το φως των κεριών, με ένα κομμάτι ψωμί στο ένα χέρι και ένα ποτήρι κρασί στο άλλο. Αυτοί οι ιησουιτισμοί στη λήψη της τέχνης είναι εξίσου επικίνδυνοι με αυτό που παρακολούθησα το Σάββατο το βράδυ. «Και μια σημαία σε ένα μπαλκόνι αλλάζει χρώματα και με σκοτώνει» με κινήσεις ζεϊμπέκικου στα τραπέζια ενώ ταυτόχρονα οι selfie με τα πεπραγμένα επί σκηνής ως φόντο είχαν την τιμητική τους. Και γι αυτόν ακριβώς το λόγο δεν υπήρχε παρά μόνο μία τυφλή ευδαιμονία στο χώρο και σε καμία περίπτωση η αίσθηση ζεστασιάς και σύμπνοιας κοινωνικής , κάτι που έχει την απόλυτη ικανότητα το υλικό του Κουγιουμτζή να μεταφέρει ως αύρα στο κοινό κάτω από διαφορετικές συνθήκες, αποδεδειγμένο το τελευταίο και δεν ομιλώ περί της δεκαετίας του 70, ήμουν δέκα χρονών τότε, μιλώ γι αυτά που έχω ζήσει σε άλλους χώρους, του πολύ κοντινότερου παρελθόντος.

 

Στυλιανός Τζιρίτας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s