ΗΜέRA #48 – Ο Μητροπάνος στο Wiesbaden στις 7+45 μ.μ

mitro34

Με έναν παραισθητικό τρόπο ο Βασίλης Κατσικονούρης τοποθετεί τον αείμνηστο Μητροπάνο στη Γερμανία και ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας ταξιδεύει προς την γερμανική πόλη για να παρακολουθήσει το εκεί ανέβασμα του θεατρικού του έργου που τν έχει κάνει διάσημο στην Ελλάδα αλλά και στο Εξωτερικό. Το Γάλα παραμένει ένα από τα πιο ηχηρά χαστούκια της ελληνικής γραφής των τελευταίων 20 χρόνων διότι τόλμησε να κάνει αυτό που πολλοί πράττουν αλλά λίγοι πετυχαίνουν. Βουτιά στην ελληνικότητα αλλά χωρίς καταγγελίες, ευκολίες και αναζωπυρώσεις εύκολων στόχων. Ο Κατσικονούρης στο διήγημα Μητσάρας φτιάχνει ένα νέο αμλετικό φάντασμα, το οποίο όμως δεν έρχεται όπως στο σαιξπηρικό έργο για να βασανίσει τον ήρωα του αλλά για να υπογραμμίσει απλώς την ανυπαρξία του εν ζωή αλλά τη διαχρονικότητα του ως κέρας ήχου.

Τα τραγούδια του Μητροπάνου όπως διατρέχουν το θεατρικό του Κατσικονούρη σχηματίζουν μέσα στον ίδιο το συγγραφέα μια ιδιάζουσα φωλιά όπου η ελληνικότητα γνωρίζει μια πρωτόγνωρη αντιμετώπιση. Δεν είναι η νοσταλγία αλλά η συνείδητοποίηση του τι πραγματικά σημαίνει πατρίδα και τόπος καταγωγής. Η αριστουργηματική φράση του Κατσικονούρη «Μένει μια γεύση μόνο, από κασέρι, ανακατεμένη με τσιγαρίλα και κατρουλίλα από τις τουαλέτες του τρένου, καθώς οι λεύκες φεύγουν έξω από το τζάμι, μια μυρωδιά από το πετσί των καθισμάτων ενός σαραβαλιασμένου πούλμαν του ΚΤΕΛ να τρέχει στην πρωινή πάχνη, μια παρέα φαντάρων που ρίχνουν ζεϊμπεκιές στο φως του καφενείου που ξενυχτάει. Το λες αυτό πατρίδα;” είναι χαρακτηριστική της οπτικής του.

Κάτι που διατρέχει και τα 11 διηγήματα του μικρού (104 σελίδες) νέου βιβλίου του στις εκδόσεις Καστανιώτη με τίτλο Η Ρωγμή των 7:45 μ.μ. και άλλες ιστορίες. Ο Κατσικονούρης όπως αρνείται την εύκολη και ευκολόπιστη νοσταλγία την ίδια στιγμή δαγκώνει με λύσσα τον ίδιο τον συγγραφικό του κορμό. Αρνείται σθεναρά να μπει κάτω από μανιέρα και αυτό δεν παρατηρείται μόνο στις αλλαγές γλώσσας που βλέπουμε ανάλογα με το ύφος και την χαρακτηρολογία των ηρών του να διήγημα. Σε διαρκή αναίρεση του ίδιου του εαυτού του και ως ήρωας και ως συγγραφέας ο Κατσικονούρης προσπαθεί με αυτό τον τρόπο να αποδώσει την αμφιβολία του ίδιου αλλά και του νεοέλληνα απέναντι στο μόρφωμα που ονομάζεται σημερινή Αθήνα, Ελλάδα, χώρα, κοινωνία. Και τα καταφέρνει χωρίς χυδαίους συμβολισμούς και ρεφραίν θουρίων προς κατανάλωση.

Η προσωπική μου διαφωνία στέκεται αποκλειστικά στο εξώφυλλο του βιβλίου που δογματίζει αυτήν ακριβώς τη νοσταλγία που προσπαθεί να αποφύγει ως γραφή και αίσθηση ο Κατσικονούρης.

Στυλιανός Τζιρίτας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s