ΗΜέRA # 61 / Η θάλασσα των Αλβανών

Πήγα για ένα δεκαήμερο στον γενέθλιο τόπο των γονιών μου, δεν το παρατώ αυτό το τάμα να επισκέπτομαι σχεδόν κάθε χρόνο το νησί όχι τόσο για τις διακοπές, εξάλλου έχει τύχει να πάω και χειμώνα και άνοιξη και φθινόπωρο, όσο διότι το να στέκω εκεί όπου οι προγονοί μου πάλευαν με τη γη μου δίνει πάντα ιδιαίτερη τροφή για σκέψη.

Η νοσταλγία για το Νησί δεν υπάρχει στο βαθμό που είναι ένας τόπος που τον έχω ζήσει από τα μικράτα του και στο χώμα του και στο νερό του και στην πέτρα του αλλά ποτέ δεν ένιωσα την ανάσα της καθημερινότητας πέρα από το διάστημα των 10-20 ημερών που θα κατεβώ για μια επίσκεψη στα χωριά του πατέρα μου και τη μάνας μου ή για κάποια διάλεξη/συναυλία /performance (στα αστικά κέντρα του Νησιού). Και αλήθεια επίσης είναι ότι αυτή η απόσταση μου ενώ τα πρώτα χρόνια με γέμιζε με μια αγάπη που πολλές φορές τρεφόταν από τις ηρωικές εικόνες της γενιάς των Κρητικών των τελών του 19ου αιώνα και των μέσων του 20ου, τα τελευταία (πολλά χρόνια) τρέφεται από την πραγματική αγάπη που έχει να κάνει με το να αγαπάς έναν τόπο με τα καλά του και τα κακά του. Με τις ανορθολογίες και τα επιτεύγματα του. Με τις κακοτοπιές σκέψης και την ανοιχτωσιά του πνεύματος παράλληλα.

Και πέρα από τις δεκάδες urban ιστορίες που θα ακούσετε από κρητικούς που είναι μετανάστες εντός και εκτός της Ελλάδας, πέρα από τις ιστορίες που μπορεί να είσαστε τυχεροί και να αφουγκραστείτε από τις όλο και λιγότερες αληθόκαρδες (και μαθουσαλικές) λαλιές του τόπου αυτού την ίδια στιγμή καλό θα είναι να πάει ο επισκέπτης και πέρα από τις ρακές και τα φολκλορικά και ethnic στοιχεία.

Και καλό είναι να δει την πραγματικότητα ενός νησιού που έχει ζαλωθεί οικιστικά, χωροταξικά, σε επίπεδο φύσης και συμπεριφοριστικής ανθρώπων από τον τουρισμό ακριβώς επειδή ο τελευταίος σε συντριπτική ποσόστωση δεν έχει να κάνει με την σωστή ζύγιση των καταστάσεων αλλά μόνο με το εύκολο κέρδος. Το ίδιο εξάλλου επισημαίνει και σε μια ωραία συνέντευξη του στα ενδότερα του τόμου «Κρητικοί» (από την καλογραμμένη σειρά «Ρίζες Ελλήνων«) ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης και πεζογράφος Γιώργος Γραμματικάκης. «Η Κρήτη ζει σε μια φοβερή αντίφαση λόγων και πράξεων. Η πιο χαρακτηριστική, η πιο επώδυνη ίσως αντίφαση, έχει να κάνει με αυτό που λέμε ανάπτυξη, και μάλιστα την τουριστική ανάπτυξη. Πουθενά δεν έχω δει τέτοια αλλοίωση τοπίου, τόση αυθαιρεσία στη δόμηση, τέτοια θρασύτητα απέναντι στο περιβάλλον όσο στην Κρήτη» λέει μεταξύ άλλων.

Το χωριό της μάνας μου, μόλις 400 ψυχών με την τελευταία απογραφή, είναι σε ένα ιδιότυπο σκελάρι μεταξύ της εθνικής οδού, μιας σχετικά εύφορης περιοχής (κατάλληλης όχι μόνο για τις ελιές αλλά και για πλήθος οπωροκηπευτικών) και της θάλασσας. Έχει μάλιστα ένα άτυπο επίνειο, που βέβαια η λέξη και μόνο επίνειο φέρνει στα χείλια μου γέλιο μιας και πρόκειται για μια περιοχή που βρίθει από απότομες καταβάσεις σχιστόλιθου προς τη θάλασσα και όταν φτάνεις στο νερό με χίλιους κόπους η θάλασσα δεν σου επιφυλάσσει καλύτερη μεταχείριση. Σχεδόν πάντα με έναν πιο βρυχώδη βηματισμό πιο πάνω στο κύμα της από τις υπόλοιπες παραλίες της ακτογραμμής όπου εντάσσεται, όταν δε πιάσει βοριάς τα παιδιά δεν τα αφήνει κανείς γονιός να μπουν στη θάλασσα. Όχι πως έχει και πολλές επισκέψεις το μοναδικό προσβάσιμο σημείο της περιοχής αυτής.

kouk5

Όσο περνούν τα χρόνια όλο και λιγότερους βλέπω να κατεβαίνουν, φέτος δε τις φορές που πήγα δε συνάντησα μήτε ψυχή, μήτε νωρίς το πρωί μήτε αργά το απόγευμα (το μεσημέρι δεν ενδείκνυται στο συγκεκριμένο σημείο λόγω της αφόρητης ζέστης που αποβάλλει ο σχιστόλιθος συνεπικουρούμενος από την παντελή έλλειψη δέντρου ή της όποιας σκιάς αλλά και ένεκα της χρόνιας θέσης του υπογράφοντα να πηγαίνει στη θάλασσα είτε ξημερώματα είτε κατά τις σαφώς απογευματινές ώρες που χωλαίνει το σπαθί του ήλιου). Στην ερώτηση που έκανα στη θεία μου που κατοικοεδρεύει στο χωριό για την φετινή έλλειψη επισκεπτών στο βραχώδες επίνειο έλαβα την εξής απάντηση: «Μπα! Πάνε μόνο οι Αλβανοί σε αυτήν πια!», εννοώντας είτε τους εργάτες που δουλεύουν σε χωράφια και μετά τον κάματο πάνε τα απογεύματα να δροσιστούν μακριά από τα νεομπαρόκ δελτάρια μακροημέρευσης των απανταχού θέρετρων είτε για αλβανικές οικογένειες που διαμένουν  σύσσωμες στην περιοχή τροφοδοτώντας κτηνοτροφοδοτώντας ή σκάβοντας τη γη.

Και έμεινα άφωνος όχι μόνο απέναντι στον σεκταρισμό αλλά στην ίδια την ουσία του ζητήματος που τέθηκε. Μια άγρια θάλασσα με την ομορφιά και την επικινδυνότητα της γίνεται ο τόπος για τους κοινωνικούς παρίες, για την «δευτεράντζα», που μπορεί να χειριστεί με, πραγματικά και όχι fitness my ass, μούσκουλα και γεμάτο αυτοπεποίθηση βλέμμα την όλη κατάσταση ενός σκοτεινού, σκληρού και σχεδόν αφιλόξενου τόπου. Οι Αλβανοί, πολεμική, πεισματάρα και σκληραγωγημένη στα όρια του σπαρτιατισμού φυλή ένεκα φυσικών (βλέπε οροσειρές Αλβανίας) και ιστορικών συντεταγμένων δονούν και χειρίζονται, δηλαδή,  άξια ένα τοπίο που οι Κρητικοί αποχαυνωμένοι μέσα στην μικροαστική βαρεμάρα του παρά, της επιθεωρησιακής tv και του μπουλκουμέ freddo αδυνατούν να καταλάβουν άρα και απαξιώνουν διότι στις οργανωμένες παραλίες και στα water sports σκάει μύτη το δίμετρο μελλοντικό μοντέλο και εκεί, εν τέλει βρε αδελφέ, γίνεται ο χαβαλές.

Ο χαβαλές βέβαια δεν είχε ποτέ σχέση με τη φύση. Μόνο τα σφιγμένα δόντια και ο ιδρώτας.

Στυλιανός Τζιρίτας

 

*Η φωτογραφία, αποτυπωμένη από τον υπογράφοντα, είναι από αυτόν ακριβώς τον βραχώδη και προαναφερθέντα τόπο.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s