ΗΜέRA # 68 / Το οργανικό installation του Τόλη Βοσκόπουλου στο Μετρό Αθηνών

 

Tolis_Voskopoulos_Agonia1Η ένρινη και συνάμα παραπονιάρικη (όσο και αλανιάρικη με έναν προσωπικό βελούδινο τρόπο) φωνή του Τόλη Βοσκόπουλου είναι γνωστόν ότι έχει δημιουργήσει πάμπολλα αντίγραφα/κόπιες/φωνητικά συστήματα επιρροής (ανάλογα με την περίπτωση διαλέγετε έναν από τους παραπάνω χαρακτηρισμούς. Και εν είναι τυχαίο ότι από όλα τα ράφια του λαϊκού τραγουδιού μπορεί να ανασύρει κάποιος επιγόνους του. Ο Τόλης Τσιμογιάννης, ο Χρήστος Αυγερινός και ο Λευτέρης Πανταζής είναι τρεις τελείως διαφορετικής διάστασης die hard οπαδοί και εν τέλει επίγονοι της φωνητικής κληρονομιάς του Τόλη Βοσκόπουλου. Ο πρώτος σε κατευθείαν copy paste χροιά φωνής, ο δεύτερος σε μια πιο λαϊκή και παίρνοντας συνάμα με τη φωνή και το τοπίο αναφοράς στίχων του Βοσκόπουλου ενώ ο Πανταζής απέδωσε την pop πλεύση του ειδώλου του, οδηγώντας τελικά μέσα απο την ευδαιμονική διάσταση των 80s το αντικαθρέφτισμα του σε σχεδόν campy εσοχές του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.

Στην πυρά της Αριστεράς αλλά και της αστικής Δεξιάς όπου και παραμένει ο Βοσκόπουλος προσμετράει οπαδούς σε όλα τα υπόλοιπα ταξικοιδεολογικά μορφώματα. Η σταθερή υπενθύμιση (λόγω της κοινωνικής αμεσότητας που τον διακρίνει) της λαϊκής του βάσης όσο και η άνοδος του σε κλιμάκια υψηλού πλούτου τον έκαναν αγαπητό και σε λαϊκούς αλλά και νεόπλουτους αντίστοιχα.

Σήμερα το πρωί έγινα μάρτυρας ενώ ιδιότυπου σκηνικού στην πλατφόρμα του μετρό στο σταθμό Μοναστηράκι. Κατεβαίνοντας από τις μαρμάρινες και όχι τις αυτόματες σκάλες μια φωνή ξεκίνησε να πλημμυρίζει τα αυτιά μου βάζοντας αυτόματα τον εγκέφαλο μου σε χώρο πλήθους ερωτημάτων. Το τραγούδι ήταν ακαπέλα και κανείς ήχος δεν το συνόδευε, η δε αντήχηση ήταν πέρα από αυτή τη συνήθη που κάνουν τα (κάκιστα) ηχεία του συστήματος που έχει εγκαταστήσει ο οργανισμός. Στα τελευταία πια σκαλιά, έστω και αν τα ερωτηματικά άλλαζαν επίκεντρο και παράλληλα πολλαπλασιαζόντουσαν, ήταν ξεκάθαρο πια ότι επρόκειτο για real-on-time τραγούδι όπου με την χαρακτηριστική ένρινη χροιά του Βοσκόπουλου ο άδων παρέδιδε στην χαοτική ηχώ το Κι εσύ θα φύγεις των Μίμη Πλέσσα/Λευτέρη Παπαδόπουλου, με το εντυπωσιακό τετράστιχο του ρεφραίν Ένα ρολόι σταματημένο/ένα καράβι ναυαγισμένο/ένα σπουργίτι κυνηγημένο/απ’ το χιονιά» να σημαδεύει κάθε γωνιά της μπετονένιας υπόγειας κατασκευής.

Τη φιγούρα την καθόρισα στα μάτια μου αρκετά δευτερόλεπτα μετά από το τελικό σκαλοπάτι και η εικόνα ήταν συγκλονιστική, χωρίς καμία αμφιβολία. Ένας ψιλόλιγνος άντρας έχοντας φτάσει στην άκρη του προστατευτικού κιγκλιδώματος που υπάρχει σε κάθε άκρη της πλατφόρμας, εκεί όπου το τούνελ φανερώνει και μετά εξαφανίζει στην αντίθετη άκρη τον συρμό, εξαπέλυε τους στίχους στο πηχτό σκοτάδι της σήραγγας. Μετά από λίγο έκανε μεταβολή και προχωρώντας κατά μήκος της (κοινής και για τις δύο κατευθύνσεις) πλατφόρμας, σχεδόν σαν υπνωτισμένος πέρασε σε άλλο τραγούδι του Βοσκόπουλου, και το κυριότερο, τραγουδώντας όχι μόνο με τη χροιά του ειδώλου του αλλά και με σωστή τοποθέτηση. Η φωνή ήταν δυνατή και έντονη, χωρίς να συνοδεύεται από κάποια κίνηση των άκρων που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στο βολικό συμπέρασμα ότι είχαμε να κάνουμε με κάποιον σε παραλήρημα. Το σεντόρειο της φωνής δεν είχε την τάση να επιβάλλει το περιεχόμενο της αλλά μόνο την παρουσία του Βοσκόπουλου στην καθημερινότητα. Το ρεπερτόριο άλλαξε ταχύτατα από την κλασσική Αγωνία στο Δίχως καληνύχτα.

Περνώντας με σταθερή ταχύτητα μπροστά μου μπόρεσα να δω τα χαρακτηριστικά του πιο ενδελεχώς. Κοντά στα 50, με μαλλιά κολλημένα πίσω σε μπούκλες, τραχύ δέρμα, λιγνός και με μια κλασσική καλοκαιρινή (και με αξιοσημείωτη ομοβροντία στο μπλε) αμφίεση με ένα σχεδόν κάπρι παντελόνι και ένα απλό t shirt να συνοδεύονται από αθλητικό παπούτσι. Σαν να μην υπήρχαμε μας προσπερνούσε, μοιράζοντας ελάχιστα πεταρίσματα των ματιών του τριγύρω. Οι αντιδράσεις ποικίλες. Αμήχανα χαμόγελα και ματιές και μία φωνή από σημείο που δεν έβλεπα αλλά ανήκε σε κλασσικό 40αρη όπως έκρινα, παλαιό χωρατατζή της τάξης που τον παρότρυνε να πει και ρεπερτόριο του Στράτου Διονυσίου.

Στις τοποθετημένες πλάτη με πλάτη συστοιχίες από καθίσματα όπου και είχα καθίσει σε κάποια στιγμή μεταξύ της πρώτης εντύπωσης και της αρχής της πορείας του τραγουδιστή, έγειρα καθώς περνούσε από μπροστά τους ο τελευταίος και σε μια ομήγυρη που αποτελείτο από μια κυρία κοντά στα 60+, τον stoner (μπλουζάκι Orange Goblin) εγγονό (?) της  και παρακείμενη samsonara (εκ του samsoung και της όποιας ιέρειας/πασσιοναρας χειρίστριας της tek δόξας του) πέταξα ένα «…Και του μοιάζει πραγματικά του Βοσκόπουλου, τραγουδάει ωραία…» για να εισπράξω ένα αμήχανο χαμόγελο, μια απαξίωση εκφερόμενη από μια ακίνητη πλάτη και ένα συγκαταβατικό επίσης χαμόγελο, αντίστοιχα.

Ο βρυχηθμός του τραίνου από την άλλη πλευρά της πλατφόρμας κατάπιε το ρεφρέν του Πριν χαθεί το Όνειρο μας σε έναν ορυμαγδό από χάλυβα και πολυεστέρα.

Στυλιανός Τζιρίτας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s