ΗΜέRA # 76 / 500 γραμμάρια ambient και 300 γραμμάρια εποχιακού ήχου

ambient5

Η δεκαετία του 90 επεφύλασσε μια δυσάρεστη έκπληξη για πολλούς που είχαν γνωρίσει την πρωτοπορία του περιβαλλοντικού ήχου από την δεκαετία του 70 ως κάτι που είχε τρομακτικό πεδίο εξέλιξης στο αέναο. Στην προσπάθεια τους να δείξουν σοφιστικέ στολίσκοι από αδιάφορους dj καπηλεύτηκαν τον όρο ambient για να καμουφλάρουν ουσιαστικά το ανέμπνευστο chill out και να το κάνουν με νέα ένδυση έτοιμο προς εισχώρηση στις ολοένα αυξανόμενες συλλογές για αραχτούς της παραλιακής οδού των Αθηνών στην ημεδαπή και των χαλιφάτων και καταλυμάτων στην Ίμπιζα και στο Μαϊάμι στην αλλοδαπή (όχι τυχαία παραδείγματα και όχι φυσικά τα μοναδικά).

Στα 00s είχαμε ένα άλλο φαινόμενο. Παρατηρήθηκε στο ξεψύχισμα του post rock και στις απαρχές του ενδιαφέροντος πολλών indie μουσικών για ισοτονίες και υβριδικό θόρυβο. Ακριβώς όμως επειδή στερούνταν από την οποιαδήποτε προπαιδεία και γνώση του είδους ακούσαμε δεκάδες δίσκους και βρεθήκαμε και σε live (ΚΑΙ στην αθηναίικη σκηνή) όπου με ένα laptop και 4 φίλτρα κατά φαντασία κικέρωνες τσαλαπάτησαν κάθε αγωγό γόνιμης σκέψης πάνω στην επεξεργασία αλλά και την εξαγωγή ήχου από και προς τον περιβάλλοντα χώρο.

ambient2

Η τρίτη και σχεδόν παράλληλη χρονικά κατηγορία ήρθε από το μεταλλικό, με πινελιές goth ή black, καλαπόδι. Και ενώ η αλήθεια είναι ότι στην περίπτωση του black χρωστήρα είχαμε μερικά αξιόλογα έργα και πάλι όμως είχαμε ολική απώλεια του βασικού σκέλους σκέψης πίσω από το ambient. Δηλαδή περισυλλογή του ήχου και εξαγωγή όχι με κριτήριο ανθρωποκεντρικό αλλά όχι εγωτικό. Στις πλείστες από τις παραπάνω περιπτώσεις το ambient έγινε όχημα παραγωγής ενός ηλιοκεντρικού σύμπαντος του καλλιτέχνη που το μόνο που διατράνωνε ήταν το απαράμιλλα εσωτερικό σύμπαν του δημιουργού με καμία διάθεση ανάλυσης του ήχου πάνω σε ράγες που θα άνοιγαν στον ακροατή νέες σκέψεις πάνω στο φαινόμενο του ήχου, παρά μόνο πιστοποιήσεις της ταυτότητας του καλλιτέχνη.

Ακόμα και σε μια τυχαία διαλογή δίσκων τελευταίας εσοδείας που φέρουν από τα ίδια τα δελτία τύπου τους τον χαρακτηρισμό ambient ομολογώ ότι απογοητεύθηκα. Το The Illusion and The Twin του σχήματος Aythis είναι υπεραπλουστευμένες και ζαχαρί αποχρώσεις μιας λανθάνουσας folk (ακούστε εδώ), το Partners του Peter Broderick (γνωστού από τους Efterklang) παλεύει με νεοκλασικές φόρμες πιάνου όπου όμως η επιτήδευση στην τυχαιότητα του κλαβιέ προδίδεται από τις λάθος αναγνώσεις της κλίμακας (ακούστε εδώ) κα τέλος ακόμα και ο υπέρμετρα συμπαθής και αναντίρρητα γνώστης της τεχνολογίας Steven Wilson στο δίσκο με τον Dirk Serries με τίτλο Continuum II The Continuum Recyclings διαπερνά τα πάντα με έναν συμπαγή και ενοχλητικά κομπρεσαρισμένο ήχο όπου μαζί με διάφορες πεπερασμένες παρεμβολές έγχορδης διαχείρισης παραδίδουν εν τέλει ένα 2πλό album που οδηγεί αποκλειστικά σε μελέτη του μηχανήματος αλλά όχι της σκέψης πίσω από αυτό (ακούστε εδώ).

Αντιθέτως καταθέσεις όπως το περσινό και εκπληκτικό Arc του Jacob Kirkegaard πιστοποιούν ότι υπάρχουν ακόμα δημιουργοί αρνούμενοι τις εύκολες λύσεις και που επιμένουν στο να στοχάζονται πάνω στη φύση του ήχου.

Στυλιανός Τζιρίτας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s