ΗΜέRa # 82 / Η έννοια του αναχωρητισμού στην αγγλική rock κουλτούρα

sylvian

Δεν χρειάζεται κάποιος να ξεσκονίσει κιτάπια ή να στραβωθεί με συγκριτική μελέτη σε διαδικτυακές σελίδες για να διαπιστώσει ότι υπάρχει μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή στο μύθο του αναχωρητή μουσικού μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού.

Αν τσεκάρουμε με έναν πρόχειρο υπολογισμό τους Άγγλους που έχουν επιλέξει να ζουν σε παρυφές του δισκογραφικού συστήματος θα γεμίσουμε πολύ εύκολα τις πρώτες σελίδες ενός τετραδίου, χωρίς καν να χρειαστεί να φτάσουμε στις περιπτώσεις την απόλυτης απόσυρσης από τα εγκόσμια (βλέπε Syd Barrett).

Και μπορεί κάποιος να αντιτάξει το κλασσικό επιχείρημα του πεπερασμένου της μουσικής πολλών εξ αυτών ως μοχλό και μέγγενη πάνω στην προσπάθεια τους για επιβίωση αλλά αυτό είναι πραγματικά παιδαριώδες λάθος διότι μάλλον ξεχνάει ότι δεκάδες μουσικοί και από τις δυο μεριές του Ατλαντικού έχουν προσπαθήσει να αναπροσαρμόσουν τη μουσική τους ανάλογα με τα κελεύσματα (βλέπε παραγωγή, promo) για να μείνουν στις κορυφές των δημοσιευμάτων. Η (χωρίς καμία μομφή) αναφορά ονομάτων όπως ο Eric Clapton, οι ZZ Top, η όποια ανεκδιήγητη στροφή/ έκφανση έλαβε το σχήμα που κάποτε ονομαζόταν Jefferson Airplane, ο Steve Winwood νομίζω ότι αρκεί. Δεν είναι τυχαίο ότι αναφέρονται παραπάνω (με φωτεινή ίσως εξαίρεση του γενειοφόρους) σχήματα και καλλιτέχνες που έδρασαν στα 60s. Αυτή ακριβώς η διάσταση που έλαβε το (όχι στενά πολιτικό και μόνο) ιδεολογικό υπόβαθρο που εξακόντισε τις μπάντες σε σφαίρες που δεν είχαν καμία σχέση με την προηγούμενη αυτών απλή βαθμοθηρία περί των charts, συνέβαλλε στο να διαμορφωθεί μια κουλτούρα που ανάλογο της σε ελάχιστες φάσεις του rock n roll βρέθηκε σε τόσο έντονη ποσόστωση.

Και ναι μεν η Αμερική είναι η μεγάλη χώρα όπου οι εκτάσεις της είναι αυτές που δίνουν (αν μη τι άλλο σε επίπεδο φιλολογικό) την ευκαιρία στον εκφραστή να αποσυρθεί και να μονάσει αλλά στην πολύ μικρότερη εδαφικά Αγγλία παρατηρήθηκε το φαινόμενο καλλιτεχνών που επέλεξαν να κινηθούν με αποκλειστικό γνώμονα την καλλιτεχνική και όχι δημοσιοσχετίστικη (διά)θεση τους. Γι αυτό και είναι φωτεινές οι αμερικάνικες εξαιρέσεις του JJ Cale και του Captain Beefheart. Να σημειώσουμε βέβαια ότι στην περίπτωση του πρώτου, όταν επέλεξε να κάνει comeback με το πνευματικό του παιδί (βλέπε Eric Clapton) αυτό έγινε με αποκλειστικά δικούς του όρους (και αρκετά γαμοσταυρίδια προς κάθε κατεύθυνση όπως υποσημείωσε σε συνεντεύξεις του ο Slowhand).

Αντίθετα στην Αγγλία έχουμε πληθώρα ανθρώπων που επέλεξαν όχι τη σιγή αλλά την παρουσία αποκλειστικά και μόνο με γνώμονα την καλλιτεχνική πρόθεση τους. Κάτι που επεκτάθηκε από τις τάξεις των τελών των 60s και αρχών των 70s (Robert Wyatt, Kevin Ayers, Peter Hammill) μετέπειτα και στις πιο σοφιστικέ εκφάνσεις ήχου που ανέδειξε το punk και το new wave (βλέπε Howard Devoto, XTC, Wire). Αυτό δεν έχει σχέση φυσικά με το ότι οι managers ή οι εταιρείες στην Αγγλία έχουν λιγότερο πιεστική λογική αλλά με τη βαθύτερη υπόσταση του καλλιτέχνη στον τρόπο που αντιλαμβάνεται εαυτόν και τοποθετεί την persona του εντός του σύμπαντος.

Να θυμηθούμε ότι ακόμα και στην περίπτωση του Peter Gabriel και του εμπορικού (και μέγιστα επιτυχημένου) πλασαρίσματος του στη δεκαετία του 80, εντούτοις πάντα υπήρχε μια παράλληλη πορεία που έφερε στην επιφάνεια αριστουργήματα της αφρικανικής μουσικής παραγωγής και η διάπλαση ενός studio σε χώρο καθαρά μουσικού διαλογισμού πέραν της κλασσικής ανιμιστικής διάτασης του μετρονόμου και της overdubιας σκέψης.

Και δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους επιφανέστερους δημιουργούς των τελευταίων δεκαετιών και επίσης Άγγλος, ο David Sylvian, ακολούθησε μια παρόμοια πορεία. Με όλη την εμπορική (ή μάλλον εταιρική) πρόσχωση του σε σημεία μανιασμένου marketing εκ μέρους της εταιρείας του, ο Sylvian αντέταξε τελικώς, μέσα και από τη γνωστή ενασχόληση του (ή μάλλον προσήλωση του στα 90s) με τη βουδιστική κοσμοθεωρία, ένα μοντέλο ύπαρξης στον σύγχρονο μουσικό κόσμο, που μόνο σεβασμό μπορεί να λάβει και χειροκρότημα. Κινούμενος με δικές του δυνάμεις από ένα σημείο και πέρα, αρνούμενος να εξισώσει τον ηλικιακό δείκτη με τη συντηρητικότητα, προχώρησε σε παρατεταμένο πειραματισμό όχι μόνο με τη (μουσική) φόρμα αλλά και με την ύπαρξη του μέσα στη δισκογραφία, ιδρύοντας δικό του label και ανεβαίνοντας στη σκηνή πολύ εκλεκτικά.

syd

Η ανάλογη στάση των ευρωπαίων καλλιτεχνών πρέπει να αναζητηθεί όχι μόνο στην προαναφερθείσα ιδεολογική θεώρηση αλλά και σε μια παράδοση που έχει τον καλλιτέχνη ως αναχωρητή και περιηγητή και όχι δέσμιο της όποιας πατρίδας και μονόχνοτης ενασχόλησης με την καθημερινότητα. Η τάση αυτή μπορεί πολύ εύκολα να αποδοθεί με ρίζες στον 19ο αιώνα και στους δεκάδες συγγραφείς, ζωγράφους, γλύπτες και ποιητές που αναζήτησαν σε ολόκληρο το εύρος της ηπείρου τους (και όχι μόνο) το επίκεντρο όχι μόνο της αισθητικής αλλά και της ίδιας της ουσίας των επίγειων απολαύσεων (αλλά και κατακρημνίσεων). Όχι πως αυτό άφησε του αμερικανούς ανεπηρέαστους την ίδια εποχή. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα κορυφαία βιβλία του Henry James, το Roderick Hudson, αφηγείται το πώς βιώνει ένας γεμάτο τάλαντο νεαρός αμερικανός γλύπτης το ταξίδι και την παραμονή του στη Ρώμη, ένα ταξίδι που σκοπό έχει τον αυτοπροσδιορισμό του. Απλά οι αμερικανοί κινήθηκαν και με μια τουριστική συνιστάμενη στα μπαγκάζια τους, μιας και η τότε άρχουσα τάξη των αστικών τους (και όχι μόνο) κέντρων λάτρευε την ευρωπαϊκή κουλτούρα (όπως ακριβώς η τσαρικές αυλές λιβάνιζαν τη γαλλική συμπεριφοριστική, λειτουργούσε τουτέστιν το βαρύτιμο της κληρονομιάς της Γηραιάς Ηπείρου).

Κάτι που έφυγε ως πάτωνα από τις αμερικανικές μποέμικες σέκτες μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και πάλι, ειδικότερα στο μουσικό τερέν, θα αναγνωρίσει εύκολα κάποιος τις σαφείς ευρωπαϊκές αποχρώσεις όχι μόνο στα έργα αλλά και στη γενικότερη στάση καλλιτεχνών που, αν όχι ως στυλίτες, πάντως ως κινούμενοι στο διάσελο της σχέσης κοινού και δημοσιότητας είναι πολιτογραφημένοι (κλασσική περίπτωση εκτός του Beefheart, o David Thomas).

Και κάντε έναν κόπο να αποτιμήσετε ακόμα και την έννοια του comeback σε αμερικάνικες και αγγλικές συντεταγμένες.  Οι Αμερικάνοι μουσικοί έχουν πάντα την έννοια του comeback πιο ρεαλιστική ως δυνατότητα ενώ οι Άγγλοι προτιμούν όταν αποφασίσουν να κινηθούν σε παράπλευρες με την τρέχουσα μουσική δημοσιότητα, με λιγότερο εντυπωσιακές κινήσεις.

Στυλιανός Τζιρίτας 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s