HMέRA # 93 / Η αφόδευση της ασθμαίνουσας ελληνικότητας πάνω στο πτώμα του λαϊκού τραγουδιού

master-the-bouzouki

Στη δεκαετία του 60 τα λεγόμενα ινδικά δάνεια, δηλαδή τα κλεψιμαίικα πολλών Ελλήνων μπουζουκοσυνθετών από τα πλήρους κλαυθμού πονήματα της χώρας νότια των Ιμαλάϊων, προκάλεσαν το μένος πολλών άλλων συνθετών (βλέπε Τσιτσάνης) και τα σχόλια επίσης πολλών ακροατών και κριτικών. Και μπορεί να λογίσθηκε ως νευροφυτική αντίδραση στην ελαφρά μουσική των αθηναϊκών 50s που δεν μπορούσε σε κανένα επίπεδο να τραβήξει τον εργατικό κόσμο των πόλεων (αλλά και της επαρχίας) αλλά στα σίγουρα αποτελούσαν και μια οπορτουνιστική κάλυψη των βασικών αναγκών που είχαν δημιουργήσει στον ακροατή/αγοραστή οι εταιρείες σε συνάρτηση με  φτηνιάρηδες συνθέτες λόγω κακών συνθηκών του κλάδου για τους τελευταίους και άκρατης λαιμαργίας από τις πρώτες.

Η έλευση του πολιτικού τραγουδιού αλλά και του νέου κύματος (με όλα τα δάνεια που αμφότερα είχαν από το εξωτερικό) επαναπροσδιόρισε σε επίσης αλλότριους προς την πραγματική λαϊκή αποδοχή δρόμους, μια απαίτηση που μαθημένη σε κακοξυρισμένες ελληνικές ταινίες και σε πρόχειρα φτιαγμένους στίχους, έμαθε να μην έχει άλλα αισθητικά αιτήματα από το κούνημα και την κατανάλωση αλκοόλ. Στη δεκαετία του 80 με την εγκαθίδρυση ως δόγματος πια μιας ευδαιμονίας και ωχαδελφίστικου ουτοπισμού μπετοδέθηκε μια σχεδόν μανιερίστικη άποψη για το λαϊκό τραγούδι που μπορεί μεν να έδωσε μερικά αυθεντικά διαμάντια στίχων και ερμηνείας αλλά ουσιαστικά κληρονόμησε στην επόμενη δεκαετία μια εφησυχασμένη κατάσταση για το μέλλον της σύνθεσης αναφορικά με το ελληνικό τραγούδι σε επίπεδο λαϊκής ωδής. Και ακριβώς επειδή δεν είχε υπάρξει καμία πραγματικά ανανεωτική δύναμη και ακόμα περισσότερο καμία ρεαλιστική μηχανή ανανέωσης θεματικών ενοτήτων βάσει της νέας κοινωνικής πραγματικότητας, πολύ γρήγορα το πράγμα κατέληξε στο να εμπλέκουμε το σκυλάδικο με το λαϊκό ως ταμπέλες ακριβώς επειδή η θεματολογία τους πλησίασε επικίνδυνα σε κώδικα, με το ελάχιστα πιο καυστικό χιούμορ του πρώτου να διαχωρίζει τη θέση του στην εθνική οδό.

Η απενοχοποίηση των 90s σε επίπεδο ακουσμάτων έφερε και την τελική θραύση στο φράγμα μεταξύ των δύο ειδών όπως και τη φόρα παρτίδα αποθέωση των «ελληνάδικων» ως πηγή αυθεντικής λαϊκής ετυμηγορίας για το τραγούδι, ενώ στην ουσία επρόκειτο περί ενός ξεμπουκώματος καρμπυρατέρ που έκαιγε τα ίδια του τοιχώματα για να επιβιώσει.

Και ενώ στα τέλη των 90s και στις αρχές των 00s η ζεμπεκιά ξαναγύρισε ένεκα εθνικών ταμπουριών (βλέπε Ίμια και Σκόπια) ως μια τελετουργία έστω και αλλοιωμένη στο σκοπό της, εξυπηρετώντας τον προηγούμενο θνησιγενή πλην πανηγυρικό/πανυγυρτζίδικο τρόπο ζωή της στην ουσία κατέδειξε και το τέλος του ιδιώματος λόγω της αλλαγής πλεύσης των εταιρειών. Με ελάχιστες εξαιρέσεις και αυτές από την παλαιή φρουρά των 70s οι έλληνες τραγουδιστές δοκίμασαν τα πάντα (όπως είχε κάνει και η πιο λαϊκαντέ γενιά στα 70s με τις ζυμώσεις της με τη disco, και που σημειωτέον οι ίδιοι που τις είχαν αρνηθεί τότε ως νεανίες πιστοί σε αυτό που πρέσβευαν, τις αρνήθηκαν και στην ύστερη περίοδο) είτε αυτό αναφερόταν σε ευτελή ανάγνωση του hip hop ιδιώματος, είτε σε πυώδες r n b, είτε εθνικ ποδέσεις επιπέδου παραποτάμου είτε σε βαλκανικά χάλκινα μονοπάτια χειρότερης ακουστικής κακουχίας από αυτής που υπέστησαν από τους δύο βαλκανικούς πόλεμους οι κάτοικοι της μεθορίου.

Αυτό δεν έγινε από πειραματισμούς παραγωγών αλλά από καθαρές επιταγές των εταιρειών που πειθήνια στο βωμό του «πέσε τα χιλιάρικα» οδήγησαν (εύκολα) τραγουδιστές και σύνθετες να αλλαξοπιστήσουν. Η αιτία είχε να κάνει με μια καθαρόαιμη  (και πάλι) οπορτουνιστική διάθεση εκμετάλλευσης της αλλαγής του πληθυσμιακού χάρτη. Η μετανάστευση στις αρχές των 90s των Αλβανών εμιγκρέδων δεν υπήρξε πρόβλημα για τις εταιρείες διότι ήταν εσωβαλκανική, όταν ξεκίνησε όμως η ρώσικη, η  αφρικανική, η πρώην σοβιετοπαθούσα και η ιρανοαφγανική οικονομική μετανάστευση προς την Ελλάδα οι προύχοντες παρουσιάζοντας μια κλασσική χαμαιλεοντική διάθεση υποστήριξαν περίτρανα το quo τους κοινωνικά αλλά άλλαξαν το ρου του τραγουδιού διακριτικότατα προς μία θεαματική επίδειξη αισθητικής φιλοξενίας. Και στις Ηνωμένες Πολιτείες σχηματίστηκαν, ως λογικό επακόλουθο της μεγάλης εισόδου ανθρώπων από την κεντρική Αμερική, ειδικά latin ρεπερτόρια που μάλιστα ανέδειξαν μεγάλου βεληνεκούς και θαυμάσιους αστέρες αλλά εδώ προτιμήσαμε να μετατρέψουμε τους ντόπιους ή εκκολαπτόμενους αοιδούς και τραγουδιστάδες σε open 24/7 καλλιτέχνες. Επειδή ο βαλκάνιος και ο περί της μεσογειακής λεκάνης κάτοικος, το τσιφτετέλι και την ζεμπεκιά μπορεί να τα αντιληφθεί ως είδη συγγενικά, επεβίωσαν με τα ράκη τους να σέρνονται ήδη βέβαια πολλές δεκαετίες στο πάτωμα της κονίστρας αλλά η προαναφερθείσα δεύτερη γενιά μετανάστευσης δε σκάμπαζε από ανάλογες ηχογνωριμίες. Στη στιγμή λοιπόν ξεφύτρωσαν δεκάδες σχήματα τύπου Vegas κλπ που όχι μόνο καμία σχέση δεν είχαν με την ελληνική μουσική (δικαίωμα τους άλλωστε) αλλά ούτε και με την πραγματική έννοια της pop είχαν (μιας και τα τερτίπια αναγνώρισης της μουσικής φόρμας ήταν μπουζουκέ χωρίς απλά να βρίσκεται το σχετικό όργανο στις ενορχηστρώσεις) ενώ παράλληλα ως κοντορεβιθούληδες άφηναν πάντα ψίχουλα στην σκυλολαϊκή οδό promo/public relations διότι μόνο εκεί μπορούσαν να βρουν ακροατήριο να τους τρυπώσει στα διάφορα στημενογκλαμουρε ετήσια βραβεία, κουσκουσάδικες εκπομπές, πίστες με πρόσοψη μπριγιάν και καρδιά κοπρόσκυλου ανά την επικράτεια. Στηριζόμενες οι διάφορες Τάμτες σε ακροατήρια που δεν μπορούσαν μήτε καν σε επίπεδο Γονίδη να ανατρέξουν για να πιστοποιήσουν το missing link του τελευταίου με τον Μιχάλη Μενιδιάτη, μπόρεσαν να μιλήσουν άνετα σε ένα κοινό εκμεταλλευόμενες όχι μόνο τη μουσική που επέβαλαν οι εταιρίες τηλεφώνων στις πλατιές μάζες αλλά και το νεκροταφείο μνημών του έντεχνου όπως και του νεογνού συνειδητοποίησης του ελληνικού underground περί της χρήσης της ελληνικής γλώσσας και πέρα από τα κλασσικά ιδιώματα τύπου Σπυριδούλα, Τρύπες, Σπαθιά, Κρίνα. Κατάφερε λοιπόν να μιλήσει σε έναν παρθένο ακροατή που δεν θα ψάξει και δεν θα βρει πότε τον Ξαρχάκο μήτε μέσα από την ελληνική ταινία (διότι πολύ απλά δεν υπάρχει ούτε καν αυτή η γέφυρα παρά μόνο η σύγχρονη νευρωτική ελληνική τηλεοπτική κωμωδία ως θέαση του συγκεκριμένου κοινού) και εν τέλει με την έτσι κι αλλιώς αυξημένη αμερικανοποίηση και ξενομανία που διακατείχε αυτόν τον τόπο είναι όλο και δυσκολότερο να στηθεί ένας εσωτερικός διάλογος μέσα στην ελληνική μουσική που να μπορεί να στηρίξει γέφυρες μεταξύ του νεόκοπου και του παλαιότερου διότι η αλλαγή του πληθυσμιακού χάρτη σε συνάρτηση με τα ευκαιριακά σαφάρι των δισκογραφικών μπορούν να παράγουν μόνο ηχητικούς φρανκεστάιν.

Για να γίνουν ελκυστικές μεταλλάξεις πρέπει πνευματικά, ηθικά και ουσιαστικά να δεχτούμε την ξένη κουλτούρα (αγγλοσαξονική ή των οικονομικών/πολιτικών προσφύγων) ως σταθερή αξία και να προτείνουμε τη δική μας στην πραγματική της ρίζα ως μονάδα συναλλαγής απόψεων και όχι απλά μήτρα παραγωγής για ringtones και talent shows.

Στυλιανός Τζιρίτας     

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s