ΗΜέRA #102 / Η ανίερη μετεξέλιξη του θεάτρου σε video clip

ssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssssss333333333333333333333

Στις απαρχή του κινηματογράφου η κάμερα ήταν σταθερή, μεταφέροντας όταν αναλάμβανε να διηγηθεί ιστορίες, μια ακίνητη ματιά πάνω σε μια θεατρικής ανάπτυξη σενάριο. Η κίνηση της κάμερας και το μοντάζ άλλαξαν το ρου του μέσου το οποίο και πήρε τη δική του πορεία παρότι ο Τζίγκα Βερτόφ κραύγαζε περί λαθεμένης πορείας του καινούργιου μέσου. Από την άλλη ο ομιλών κινηματογράφος, έφερε το ζήτημα της μουσικής σε διαφορετικό σκόπευτρο από τον προκάτοχο του, τον βουβό όπου το πιάνο ή μια ορχήστρα αναλάμβανε το ρόλο του συνολικότερου ambient σε ένα μέσο που είχε δεμένη τη γλώσσα.

Το λύσιμο του ήχου ως προτελευταίου γόρδιου δεσμού του μέσου (ο τελευταίος ήταν το χρώμα) έθεσε νέα ζητήματα. Το ζήτημα της μουσικής χρησιμοποιήθηκε αμέσως ως νόμισμα ανταλλαγής εισιτήριων είτε στην ημεδαπή (αλλά και την αλλοδαπή) με ανάδειξη τραγουδιστών και σχημάτων μέσω του κινηματόγραφου όπως και με τη γένεση ενός ολοκλήρου καινούργιου genre, δηλαδή του soundtrack. Κάπου εκεί ξεκίνησε η παρεξήγηση. Τουτέστιν το θέατρο προσπαθώντας σαν ανακτήσει δυνάμεις σε μια εποχή που ένιωσε ανασφάλεια από τις νεώτερες μορφές τέχνης και προβολής εικόνων (λαθεμένα διότι θα παραμείνει μια αυτόνομη εκφραστική οδός όσο και η ποίηση), άρχισε να υιοθετεί σκηνοθετικές καινοτομίες και ηχητικές διαφοροποιήσεις από την κλασσική στερεοφωνία (?) απέναντι από τον θεατή.

Και μπορεί να παρέδωσε εντυπωσιακές παραστάσεις και στο εξωτερικό και στην Ελλάδα αλλά δημιούργησε παρανοήσεις σε κόλπους μικρότερων ομάδων και νεότευκτων σκηνοθετών. Είναι επανειλημμένο ατόπημα αυτό που συναντά κάποιος σε διάφορες θεατρικές ομάδες στην Αθήνα. Η δράση πουσάρεται από τραγούδια του pop/rock/electro ρεπερτορίου που έχουν το εξής αποτέλεσμα. Καταρχήν αποξενώνουν τον θεατή που λόγω ηλικίας δεν έχει καμία σχέση με charts, classic catalogs, genres και κατά δεύτερον βάζουν την παράσταση σε ένα εννοιολογικό κύκλοτρο video clip. Το θέατρο δεν είναι μια δράση που αδυνατεί να περάσει στην οθόνη (κινητού, επιτραπέζια, τηλεόρασης) αλλά ποιεί διαφορετική λειτουργία όχι μόνο τη στιγμή τήξης επί σκηνής αλλά και στο πως αποτυπώνεται μετά το πέρας της παράστασης στο μυαλό του θεατή.

Το βρήκα το εν λόγω ατόπημα μπροστά μου σε τουλάχιστον 4 παραστάσεις την προηγούμενη σαιζόν και φέτος στο (κατά τα άλλα δυναμικό) Οικογένεια Μπες Βγες στο Θέατρο 104.

Γενικότερα (και λαθεμένα κατά τη γνώμη μου) ο ήχος χρησιμοποιείται για να τονίσει συναισθήματα και όχι τη σκηνοθετική άποψη επί του γίγνεσθαι. Εκεί ακριβώς εντοπίζω την παρανόηση. Ο ήχος δεν οφείλει να ντύνει μήτε συνοδεύει αλλά να ανατέλλει ως ξεχωριστή οντότητα μέσα στην πραγματικότητα που αναπλάθει το έργο (είτε μιλάμε για ρεαλιστική απεικόνιση είτε για παραισθητική είτε για συμβολική) και ως εκ τούτου πρέπει να λογίζεται, καταστρώνεται και συλλαμβάνεται ως μια συνταγμένη ζωτική όσο και το σενάριο.

Τα υπόλοιπα είναι ανάλογα με αυτά που ακούμε για το βιβλίο ότι «ένα βιβλίο με ταξιδεύει», «ξεχνιέμαι» και διάφορα άλλα ακατανόμαστα.

Στυλιανός Τζιρίτας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s