ΗΜέRA #122 / Μικρή αναφορά (ένεκα αφορμής) στον Γιάννη Χρήστου

%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87%cf%87

Τον Κώστα τον Ζουλιάτη, σκηνοθέτη της ταινίας Anaparastasis, τον γνωρίζω προσωπικά παραπάνω από 12 χρόνια, από την εποχή του Μικρού Μουσικού Θεάτρου. Έχω παρακολουθήσει και σεβαστό μέρος των μουσικών ενασχολήσεων του και έχουμε διαφωνήσει συζητώντας πολλές φορές για ζητήματα αισθητικής στη μουσική. Εν τούτοις στα δικά μου κιτάπια είναι ένας μουσικός με πραγματική ενασχόληση με το αντικείμενο του και όπως απεδείχθη με το 4ο του φιλμ, την προαναφερθείσα Anaparastasis εμβριθής μελετητής του Γιάννη Χρήστου. Ο τελευταίος μαζί με τους συνθέτες Ανέστη Λογοθέτη και Ιάννη Ξενάκη είναι το επίκεντρο του σεμιναρίου που θα πραγματοποιηθεί στις 12, 18 και 19 Φεβρουαρίου 2017, στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων στην Πλάκα. Το σεμινάριο έχει δυο εισηγητές. Τον Αντώνη Αντωνόπουλο που θα επιληφθεί των Λογοθέτη και Ξενάκη ενώ ο Ζουλιάτης στις 18 Φλεβάρη θα επικεντρωθεί στον Γιάννη Χρήστου. μ αφορμή λοιπόν τα παραπάνω (λεπτομερείς πληροφορίες για το σεμινάριο στο τέλος του άρθρου) έκανα μια μικρή συνέντευξη στον Κώστα Ζουλιάτη.

Θα ήθελα καταρχήν να λάβω ένα γενικό πλάνο της εισήγησης σου στο συγκεκριμένο σεμινάριο.

Το σεμινάριο θα ξεκινήσει με την προβολή της ταινίας Anaparastasis: Η ζωή και το έργο του Γιάννη Χρήστου (1926-1970), στην οποία υπογράφω την έρευνα, τη σκηνοθεσία και την παραγωγή. Ως «ταινία τεκμηρίωσης» αποπειράται να ακολουθήσει τον δρόμο του Χρήστου μέσα από το έργο του, μαζί με μια ιστορική τοποθέτηση στην εποχή του και τη δημιουργική γενιά του – καθώς το ’χα καημό για καιρό που οι περισσότεροι συνθέτες της πρωτοπορίας, εικάζονται κατά μόνας, περίπου όπως οι διάττοντες αστέρες, αποσπασματικά και ανιστορικά.

Μετά την προβολή, θα ακολουθήσει η εισήγηση, η οποία εστιάζει στο ρόλο της μουσικής παράδοσης στην εργογραφία του Χρήστου, ιδιαίτερα στη μουσική που συνέθεσε για το Αρχαίο Δράμα – κυρίως στη συνεργασία του με τον Κάρολο Κουν, αλλά και με το Εθνικό Θέατρο. Όταν λέω μουσική παράδοση δεν εννοώ στενά την ελληνική, αφού ακόμα και αυτό που ορίζουμε ως «ελληνική μουσική παράδοση» είναι σχεδόν αδύνατο να ερμηνευτεί έξω από τη σύνδεσή του με άλλες κουλτούρες, τη λειτουργική αλληλεπίδραση με άλλα μουσικά συστήματα και την οργανική συνέχεια ενός πάντα φιλόξενου πολιτισμού –και, γι’ αυτό, υψηλού. Θα επιδιώξω να καταδειχθούν τα στοιχεία αυτού του πολιτισμού ή πολιτισμών, από κάθε χρονική φάση του, τα οποία είναι οργανικά παρόντα στο έργο του συνθέτη και στην αντίληψή του περί δημιουργίας.

Κατά δεύτερο λόγο, μέσα από την παρουσίαση του Επίκυκλου, πολύτεχνη δράση σε μορφή happening τον Δεκέμβρη του 1968 στην 3η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής, θα αναδειχθεί η εικόνα ενός λειτουργικά λαϊκού έργου – λαϊκού με την ουσιαστική έννοια του όρου – το οποίο παρ’όλα αυτά υπονομεύτηκε στην εποχή του από την δυσανεκτική πρωτοπορία, και μάλιστα τους ντόπιους συναδέλφους του Χρήστου που συμμετείχαν στην Εβδομάδα, αλλά και τους κριτικούς.

Με εξαίρεση τον Φοίβο Ανωγειανάκη, ο οποίος ακόμα κι αν δεν μπορούσε να ερμηνεύσει επακριβώς τους τρόπους και τις τεχνικές, ήταν όμως σε θέση να κατανοήσει την ουσιώδη και ζωτική σχέση που έχει η πρωτοπορία με την παράδοση. Ειδικά για οριακές περιπτώσεις όπως ο Γιάννης Χρήστου.

Για μένα η εκδήλωση αυτή περισσότερο στοχεύει σε μια πολιτική θέση, παρά επιδιώκει να συνεισφέρει στην ακαδημαϊκή εξειδίκευση αντικειμένου. Η ίδια η avant-garde δεν έχει κανένα νόημα, αν την υπερασπίζεται κανείς – ή αντίστοιχα την κατηγορεί – στη λογική του κεκτημένου μιας ελίτ, μιας μουσικής για «λίγους» και «ειδικούς». «Μουσική είναι ο ήχος των βημάτων του ανθρώπου», έγραφε ο Χρήστου.

Σε ποιο βαθμό έχει αναγνωσθεί από την ελληνική μουσική κοινότητα αλλά και από το εν δυνάμει ακροατήριο το έργο του Γιάννη Χρήστου? Η ταινία κατά τη διάρκεια κατασκευής της αλλά και οι αντιδράσεις από τον Τύπο και το κοινό μετά από τις προβολές της τι έδειξα, αν φυσικά αποτελούν κατά τη γνώμη σου ασφαλή δείκτη (σφυγμο)μέτρησης.

Ο Χρήστου ανήκει σε εκείνες τις μορφές των οποίων το μυστήριο και η γοητεία που εκπέμπει ο μύθος τους, πάντα συγκινούν τον κόσμο. Κι όταν λέω κόσμο, δεν τον περιορίζω σε ελληνικά και μουσικά σύνορα. Αυτό που δεν είναι καθόλου βέβαιο είναι σε ποιο βαθμό έχει γίνει αντιληπτό το κατεξοχήν μουσικό αποτύπωμα της παρουσίας του, κι αυτό αφορά μια σειρά από λόγους και παραμέτρους. Διαπιστώνω όμως τελευταία ότι όταν πρόκειται να εκτελέσουν έργα Χρήστου, οι μουσικοί, μαέστροι και ερμηνευτές, όλο και περισσότερο καταφεύγουν σε εντυπωσιακές αναπαραγωγές ενός μυστηριακού κλίματος, που αόριστα υποθέτουν ότι απαιτούν τα έργα αυτά. Τα έργα όμως δεν απαιτούν το μυστήριο, ως προϋπόθεση ή σκηνικό, αλλά το παράγουν. Από την άλλη, απαιτούν μια λιτότητα και μια ειλικρίνεια, που στις μεταμοντέρνες συνήθειες του πολιτισμού μας πλέον ολοένα και σπανίζουν. Το ακροατήριο καταλαβαίνει – όταν φυσικά έχει την ευκαιρία, μιας και είναι σπάνιες οι εκτελέσεις των έργων. Γιατί τα έργα αυτά είναι φτιαγμένα για να τα καταλάβει, να τα βιώσει. «Δεν γράφτηκαν αυτά τα έργα ερήμην του κοινού – υπήρχε το κοινό μέσα στην παρτιτούρα», δηλώνει ο συνθέτης Φίλιππος Τσαλαχούρης στην ταινία. Και ακροατήριο είναι όλος ο κόσμος, όχι κάποια εξειδικευμένη μερίδα του. Αυτό άλλωστε μου επέστρεψε η όλη εμπειρία της έρευνας και της ταινίας είτε ως αίσθηση είτε ως γνώση. Τα πιο θερμά και ουσιώδη μηνύματα, τα έλαβα από αυτούς που πρόχειρα αποκαλούμε «απλούς θεατές», χωρίς προηγούμενη γνώση για το θέμα ή άλλες μουσικές γνώσεις. Άνθρωποι από το εξωτερικό έτυχε να δουν την ταινία σε προβολή στην Ελλάδα, χωρίς υπότιτλους στη γλώσσα τους. Και πολύ θερμά με βεβαίωσαν ότι κατάλαβαν ό,τι έπρεπε να καταλάβουν. Ο Χρήστου έχει τους τρόπους να μιλήσει. Και σ’αυτή την «τεχνική» του, βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο μυστήριο.

Η εμπλοκή του Γιάννη Χρήστου με τομείς της ψυχολογίας και κοινωνικής ανθρωπολογίας έφερε, κατά τη γνώμη σου, ποιες διαφορετικές πτυχές ανάγνωσης της μουσικής αλλά πρωτίστως της ίδιας της σύνθεσης ως διεργασία;

«Φιλοσοφώ, και το αποτέλεσμα γίνεται μουσική», έλεγε σε φίλους ο Χρήστου. Το ιδιαίτερο στην περίπτωσή του είναι ότι δεν το κάνει με τον τρόπο που το έπραξαν λ.χ. οι συνθέτες προγραμματικής μουσικής, που έδιναν δηλαδή μια αφηρημένη ηχητική εικόνα ως περιγραφή μιας εξωμουσικής ιδέας (ένα ηλιοβασίλεμα, ένας πίνακας ζωγραφικής, ένας μύθος κλπ). Ας πάρουμε για παράδειγμα την έννοια της ιεροτελεστίας: αυτό που ο Στραβίνσκι στην Ιεροτελεστία της Άνοιξης αντιμετωπίζει κατ’ εξοχήν αναπαραστατικά, μέσα πάντα φυσικά από μια εξαιρετικά ριζοσπαστική μουσική γλώσσα, ο Χρήστου το θέτει ως άρρητη οδηγία στη συνθήκη εκτέλεσης ενός έργου. Η ιεροτελεστία για τον Χρήστου δεν περιγράφεται από συγκεκριμένους ήχους, από επικές διάρκειες, από επιβλητικά μέρη και έντονους ρυθμούς, αλλά αφορά όλους τους ερμηνευτές ως ρόλος, ως υπόσταση, ως μια επιτακτική παρακίνηση να αποφύγουν κάθε στήσιμο, κάθε σχηματικό εαυτό τους, να μην καταφύγουν στην υποκριτική, να μην εξαντληθούν σε τεχνική αντιμετώπιση των μέσων και των σκοπών, ούτε καν σε καλλιτεχνική. Παράλληλα επιζητά από το κοινό να έχει έναν ενεργό ρόλο που πλησιάζει σε αυτόν του μύστη, παρά του ακροατή.

Συγκριτικά με την μουσική πρωτοπορία της εποχής του, δεν θα λέγαμε ότι ο Χρήστου διεκδικεί εύσημα ως προς τις καινοτομίες που ενδεχομένως εισάγει σε επίπεδο τεχνικών και τεχνοτροπιών. Ό,τι μέσο και τεχνική μετέρχεται, ό,τι φόρμες κι αν υιοθετεί, είναι όλα σχεδόν ήδη παρωχημένα στην εποχή που προτείνονται – μια εποχή που το κυνήγι της πρωτοτυπίας και της καινοτομίας ορίζουν το στίγμα ενός πρωτοπόρου συνθέτη. Η λέξη που τον χαρακτηρίζει δεν είναι το «μπροστά», αλλά το «παραπέρα». Ο τρόπος με τον οποίο ο Χρήστου συνδύασε τις τέχνες, ο τρόπος με τον οποίο συνταίριαξε τις τεχνικές, ο τρόπος με τον οποίο έσπαγε – και μάλιστα ανεπαίσθητα, χωρίς θόρυβο – τα όρια μεταξύ των διαφορετικών πεδίων της ανθρώπινης πράξης, δεν είναι ακριβώς καινοτόμος, είναι όμως μοναδικός. Πηγαίνει αιώνες πίσω, στην ολότητα των πραγμάτων του αρχαίου κόσμου, στη συνολικότητα των επιστημών, των τεχνών, της καθημερινής στάσης και πράξης. Συγχρονίζει το ψυχόδραμα, τη μουσική, τον αυτοσχεδιασμό, το σωματικό θέατρο, την performance – που είναι ακόμα στα σπάργανά της τότε – με έναν τρόπο που υπερβαίνει την αξία των επιμέρους στοιχείων και τεχνών.

Στα συμφωνικής φόρμας έργα για ορχήστρα, κατά την πρώτη δημιουργική φάση του, όλα αυτά γίνονται με κάποιο τρόπο αισθητά, αλλά δύσκολα προσβάσιμα σε εξηγήσεις. Υπάρχει μια υποβλητικότητα σε αυτά τα έργα, μια καθηλωτική δραματικότητα, η οποία μάλλον «πατάει» στη συνομιλία των νέων ηχητικών χειρισμών με τον «παλιό» κόσμο, τον αρχαίο, τον αρχαϊκό, τον ιστορικά απροσπέλαστο. Αυτό δεν κερδίζει τελικά ως καινοτομία, αλλά ως ένα ακραίο τόλμημα. Και αν κάτι μπορεί να κρατηθεί ως επιδραστικός απόηχος των διδαχών του Βίτγκενσταιν – με τον οποίο παρ’όλα αυτά δεν είναι τόσο στενή η σχέση μαθητείας, όσο επικαλούνται τα βιογραφικά του συνθέτη – αυτό είναι η οικονομία των μέσων. Ο Χρήστου όσο προχωρούσε, μεγάλωνε τον ήχο και την εμπειρία, μικραίνοντας ολοένα την ορχήστρα. Οι ερμηνευτικές απαιτήσεις γίνονταν όλο και πιο ανθρώπινες και βιωματικές, παρά μουσικές. Αντί για καινοτομίες, ο Χρήστου περισσότερο θύμισε στους ανθρώπους τις αρχές τους, τις πηγές της δύναμής τους, το νόημα της τέχνης και της πράξης τους, πέρα ακόμα κι από την τέχνη.

Θα διακινδυνεύσω να ρωτήσω κάτι. Είναι παρατηρημένο ότι όταν ένας μελετητής εστιάζει πάνω σε έναν άνθρωπο και το έργο του και φτάνει στα μύχια των όποιων πηγών υπάρχουν γι αυτόν, ουσιαστικά πέρα από το έργο γνωρίζει και την προσωπικότητα του επίκεντρου της μελέτης του, στο βαθμό που γίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας και μιλάμε για έναν άνθρωπο που έχει φύγει και δεν είχες τη δυνατότητα να γνωρίσεις προσωπικά. Η αδάμαστη τολμώ να πω μουσικά φύση του Χρήστου σε ποιο βαθμό και αν σε επηρέασε ως μουσικό και ως άνθρωπο?

Αν υπάρχει κάτι αληθινά σπουδαίο που σου επιστρέφει η προσπάθεια να γνωρίσεις τον Χρήστου, είναι ότι καταφέρνεις να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Τον εαυτό σου όχι μόνο όπως είναι, αλλά και όπως μπορεί να γίνει. Η αδάμαστη φύση για την οποία μιλάς, είναι στην ουσία ο καθρέφτης αυτής της εγγεγραμμένης πιθανότητας που εν δυνάμει έχουμε όλοι μας. Ταυτόχρονα, ως δημιουργός, είναι και ο αγωγός της.

Ως άνθρωπο, μάλλον με έχει επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό που είναι πια πραγματικά δύσκολο να ξεκαθαρίσω τα όρια αυτής της επιρροής: δεν αναρωτιέσαι για αυτό που έχει γίνει καθημερινή αγωνία σου ή, ακόμα περισσότερο, φύση σου. Σε μουσικό επίπεδο, είναι τόσο ιδιόχειρος ο τρόπος του Χρήστου, που δύσκολα μπορείς να απομονώσεις στοιχεία, να τα αφομοιώσεις και να τα ξαναεπιχειρήσεις σε μια άλλη βάση. Μπορεί όμως να σου δώσει δύναμη και κουράγιο σε ό,τι κάνεις, να σε παρακινεί συνέχεια να δραπετεύεις από τις πλέον στημένες εκδοχές σου, να είσαι πάντα ειλικρινής με τους στόχους σου, να ζητάς να προχωρήσεις πέρα από αυτό που γνωρίζεις ή πέρα από αυτό που σου δίνεται, να δέχεσαι το παρελθόν και να πιστεύεις στο μέλλον, να πιστεύεις στην ανατροπή κάθε δεδομένου που σε περιορίζει, να πιστεύεις στους άλλους ανθρώπους.

Ανεξαρτήτως αν σχετίζεται με το συγκεκριμένο σεμινάριο θα ήθελα (και δράττομαι της ευκαιρία να ρωτήσω) για τα όποια μελλοντικά σχέδια σου αναφορικά με τη μουσική είτε ως συνθέτης είτε (όπως διάβασα και στο σχετικό δελτίο τύπου) ως υποψήφιος διδάκτορας του Ιόνιου πανεπιστημίου.

Το διδακτορικό μου αφορά την επιμέλεια των κειμένων του Γιάννη Χρήστου, στο πλαίσιο ενός σχεδίου πνευματικής βιογραφίας του – μια βιογραφία κατά κάποιο τρόπο μέσα από τα χέρια του ίδιου, που θέλω να ελπίζω ότι θα οδηγήσει και σε μια σχετική έκδοση. Ως μουσικός, εξακολουθώ να μελετώ τη σχέση σύνθεσης και αυτοσχεδιασμού – συλλογικού ή κατά μόνας – πότε ηχογραφώντας, πότε παίζοντας. Αυτό το μήνα, κυκλοφορεί η δεύτερη σόλο δουλειά μου, με τίτλο «2», από το χειροποίητο label της Triple Bath, την οποία παρουσιάζω ζωντανά με δύο κουαρτέτα. Το μέλλον κρύβει ακόμα περισσότερη ηχητική εξερεύνηση, με περιστασιακά παρουσίαση των τεκμηρίων της, καθώς και παρουσίαση των τεκμηρίων της συνεχούς έρευνας πάνω στον Χρήστου. Παράλληλα, συνεχίζω μια επίμονη στοχευμένη μελέτη στην μουσική πρωτοπορία του 20ου αιώνα, την οποία θεωρώ πολιτικά επιτακτική. Πρόσφατα ολοκλήρωσα μια σχετική δημοσίευση για τον αντιστασιακό χαρακτήρα και την ταξική απεύθυνση της μεταπολεμικής avant-garde, ως ιστορικό παράδειγμα για μια ριζική ανανέωση των καλλιτεχνικών μέσων και τρόπων που μπορούν να νοηματοδοτήσουν μια αντίσταση στα σύγχρονα σκοτάδια. [«Η avant-garde της Αντίστασης – Για μια αντίσταση της avant-garde», Τετράδια Μαρξισμού, τεύχος 2, εκδόσεις ΚΨΜ]

Στυλιανός Τζιρίτας

Βασικές Πληροφορίες

Αφιέρωμα στους πρωτοποριακούς Έλληνες συνθέτες Ανέστη Λογοθέτη, Ιάννη Ξενάκη και Γιάννη Χρήστου, με θέμα Η Ελληνική ταυτότητα και παράδοση στο έργο τους.

12, 18 και 19 Φεβρουαρίου 2017

Η συμμετοχή στο σεμινάριο είναι δωρεάν.

*Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων – Συλλογή Φοίβου Ανωγειανάκη

Διογένους 1, 10558 Αθήνα

Τηλ. 2103249698, fax.2103226979

http://www.melt.gr

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s