ΗΜέRA # 194 / Καραγκιοζολόγιο(ν)

karagkiozis-2

Μας είναι πραγματικά δύσκολο ίσως να φανταστούμε λειτουργίες των παραστάσεων του Καραγκιόζη και γενικότερα της ελληνικής κοπής του Θεάτρου Σκιών στη σημερινή πραγματικότητα. Ο Καραγκιόζης και το λοιπές σινάφι συγγενών, φίλων, αντιπάλων είναι ένα σμάρι από φιγούρες που έχουμε καταχωνιάσει αν όχι θάψει σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο της προσωπικής μας πραγματικότητας που μετά βίας φτάνει στη δεκαετία του 80. Ακόμα και τότε ο Καραγκιόζης είχε διασωθεί εξαιτίας της παρουσίασης παραστάσεων του αθάνατου Ευγένιου Σπαθάρη, χωρίς καμία αμφιβολία ο γνωστότερος εκπρόσωπος των χειριστών αλλά και συνθέτης πρωτότυπου υλικού για τη συγκεκριμένη εικαστική θεματική, στην κρατική τηλεόραση. Αλλιώς θα πρέπει να πάμε και αυτό μόνο οι άνω των 40 σε υπαίθριες παραστάσεις  Καραγκιόζη σε πλατείες, ειδικότερα σε θερινά οικογενειακά θέρετρα. Όχι πως άμα ρίξετε μια προσεκτική ματιά σε μικροαστικές/λαϊκές συνοικίες σήμερα δεν θα βρείτε με το που πιάνει η άνοιξη ειδικότερα (το χειμώνα όλο και σπανίζουν οι παραστάσεις σε κλειστούς χώρους και αφορούν πάντα σχολικές διεργασίες) αφίσες που διαφημίζουν αμφιβόλου αισθητικής παραστάσεις του Θεάτρου Σκιών. Ο Καραγκιόζης αποκόπηκε τα τελευταία χρόνια από την πραγματικότητα μην βρίσκοντας τον κώδικα να την σχολιάσει και έχει περιοριστεί σε μύθους του φανταστικού, χαρακτηριστικό παράδειγμα η αφίσα που είδα προ ημερών και που είχε βάλει τον Καραγκιόζη να μάχεται με δεινόσαυρους και μάλιστα μια τελείως χαζοχαρούμενη έκδοση αυτών.

Και ενώ δεν λείπουν σοβαρές μελέτες που αφορούν το είδος σε Ελλάδα και εξωτερικό, με εκδόσεις είτε μεταφρασμένες είτε εύκολες σχετικά σε επίπεδο ανεύρεσης στην παγκόσμια βιβλιογραφία, εντούτοις ο Καραγκιόζης είναι σε καταστολή στο συλλογικό συνειδητό μας. Το γιατί θα μπορούσε να περιγραφεί πολύ άνετα με τη ρήση του Γιάννη Τσαρούχη σχετικά με τον κακορίζικο ήρωα. «Ω κακόχρονο να ΄χουνε, ποτέ δεν πολεμήθηκε ένα τόσο ντελικάτο λαϊκό γούστο και αίσθημα, με τόση βαρβαρότητα και βλακεία, από αποτυχημένα, τελικά, ομοιώματα των γερμανιζόντων νεότουρκων…«(Μάθημα αλήθειας από το μόνο νεοελληνικό θέατρο«, περιοδικό Θέατρο, τεύχος 10, Ιούλιος-Αύγουστος 1963).  Και μόνο τυχαία δεν βρίσκεται αυτή η φράση στο οπισθόφυλλο του περιοδικού Κραγκιοζολόγιο(ν) που έχει φτάσει στο τεύχος #3 και που πραγματικά με χαρά ανακάλυψα στις αρχέςkarag του Ιούλη στα βιβλιοπωλεία (διανέμεται συνολικά σε 11 βιβλιοπωλεία σε όλη τη χώρα, σε Αθήνα, Χαλκίδα, Σαλόνικα και Πάτρα). Και το ωραίο είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν βρίσκεις μέσα κάποια νοσταλγική διάσταση που περισσότερο με μυθιστορήματα κουρασμένων κυριών και κυρίων βρίσκεις ανά την εκδοτική επικράτεια, που μας λένε για ανοικτές αυλές και γιασεμιά αλλά μια σοβαρή προσπάθεια να ανιχνευθεί το πραγματικό παρελθόν του Θεάτρου Σκιών. Συνεντεύξεις και αφιερώματα σε ιστορικούς καραγκιοζοπαίχτες, μελέτη για το συσχετισμό Καραγκιόζη και λογοτεχνικού ίχνους αυτού, γλώσσα ιδιάζουσα (λαϊκή, προοδευτική και απόλυτα σύγχρονη ταυτοχρόνως), όμορφο στήσιμο, απουσία εύκολου λόγου περί κρατικής μέριμνας και διαφόρων άλλων γνωστών νοσημάτων της ελληνικής λογικής τέχνης.

Το Καραγκιοζολόγιο(ν) σε θέτει προ των ευθυνών σου χωρίς να κουνάει το δάχτυλο προς την κατεύθυνση σου. Δεν είναι μόνο η προαναφερθείσα ρήση του Τσαρούχη που βρίσκεται τυπωμένη στα νώτα του περιοδικού, ως συμβολική εμπροσθοφυλακή, αλλά η ίδια  η θλιβερή διαπίστωση που κάνεις και που έχει να κάνει με έναν πλούτο ιδεών και χρήσεων που με τον κατάλληλο χειρισμό θα μπορούσε να αναδείξει όχι μόνο μια νεόκοπη λειτουργία που θα ήταν απόλυτα συμβατή με το χαρακτήρα της σημερινής κοινωνίας (κάτι που μπορεί να γίνει μόνο από συνεργασία αυθεντικού λαϊκού πρίσματος και ευρυμαθούς κωδικολογίας) και σε καμιά περίπτωση θλιβερό απομεινάρι μιας τέχνης χαμένης.

Ο Καραγκιόζης εξάλλου δεν ξεκίνησε με αποκλειστική διάσταση ακροατηρίου τα παιδιά, εκεί ίσως βρίσκεται η μεγαλύτερη παρεξήγηση που αφορά τον απέθαντο αυτό ήρωα. Και ενώ δεχόμαστε σύγχρονες εκφάνσεις της παγκόσμιας παραγωγής σχετικά με τη χρήση των σκιών (τι άλλο είναι οι Momix?) και αποθεώνουμε ως θεατές το ανάλογο θέατρο που παρουσιάζεται έστω και αποσπασματικά σε ταινίες που αφορούν τη μυθική Άπω Ανατολή, την ίδια στιγμή ολιγωρούμε ή μάλλον αποσύρουμε το βλέμμα από μία ολότελα δική μας (και ας έρχεται από την τουρκική παράδοση) έκφραση που σπάνια είχαμε ως χώρα τη δυνατότητα ανάλογου χιούμορ, ευρηματικότητας και καυστικότητας να παράγουμε.

Στυλιανός Τζιρίτας     

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s