ΗΜέRA # 197 / Η ρατσιστική υπαλληλοποίηση στο στίχο του σκυλάδικου

SKYLEKS

Μπορεί να φαντάζει εκ της συμβάσεως μία στερούμενης ουσίας και λογικής η πρόταση αυτή του τίτλου μιας και εξαρχής το είδος ποντάρισε στην εύκολη συνθηματολογία ακριβώς  για να εκμεταλλευτεί τα τσιγάρα τα ποτά και τα ξενύχτια που αφειδώς εξασκούν οι θιασώτες του. Όμως θα ήταν λάθος να δούμε το σκυλάδικο ως ένα ακίνητο μουσικά είδος μέσα στο χρόνο. Οι μετασχηματισμοί του στη δεκαετία του 80 μετά την άνδρωση του στα μέσα της προηγούμενης, η υποχώρηση του εν μέρει μπροστά στο έντεχνο (που έλαβε πολλά στοιχεία από το φαινομενικά ανοίκειο προς αυτό φωνακλάδικο ιδίωμα) και η παράλληλη αντεπίθεση του στα μέσα και τέλη της δεκαετίας του 90, όπως και η αλλαγή προβιάς του μέσω επιρροών της δισκογραφίας από το εξωτερικό στα 00s και μέχρι και σήμερα, έχουν σημαντικά στοιχεία διαφοροποιήσεων πέρα ακόμα και από τα ίδια τα μουσικά κτερίσματα που αναγκαστικά αφήνουν οι εκτελεστές του για να βρεθούν ως ίχνη αναγνώρισης από τους ακροατές του είδους. Ένα βασικό έχει να κάνει με τον ίδιο το στίχο που πλαναρισμένος σε διάφορα σχήματα (όμοιας χρήσης όμως) εφαρμόζεται πάνω στα γνωστά μουσικά μοτίβο (όποιας μουσικής σημειολογίας και αν διαλέξουμε, από τον Γιώργο Μπολουγουρά μέχρι τον Παντελή Παντελίδη).

Η αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο δόθηκε άμα της ακροάσεως του δίσκου του μακαρίτη Κώστα Καφάση με τίτλο Συνείδηση μου (Pan-Vox/1985) και ενός από τα πιο αβανταδόρικα τραγούδια του δίσκου, το «Σαν τα περιπολικά«. Παραθέτω τους στίχους του τραγουδιού του (που δεν πρέπει να συγχέεται με το πασίγνωστο τραγούδι που έκανε επιτυχία ο Αντώνης Καλογιάννης σε το 1987 σε μουσική του Αλέξη Παπαδημητρίου και στίχους του Γιάννη Τζουανόπουλου από το δίσκο Ότι Αγάπησα στην Polydor. Του Καφάση προηγείται δύο χρόνια… Για την ιστορία στην περίπτωση του Καφάση η μουσική και οι στίχοι υπογράφονται από τον Δημήτρη Παναγόπουλο).

Στην περίπτωση λοιπόν των Περιπολικών του Καφάση διαβάζουμε μια κλασσική γκρίνιας εραστή που τον έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο το έτερο ήμισυ της σχέσης με τα μέσα-έξω στο μεταξύ τους λακριντί. Πέραν του έξυπνου ρεφραίν το ωραίο και πολύ κλασσικό για την εποχή εκείνη είναι η δημιουργία εικόνων στον ακροατή. Αυτό επιτείνεται από χρήση ουσιαστικών που μεταφέρουν διαφορετικές εικονογραφίες και πέραν της περιπολίας των αστυνομικών αυτοκινήτων όπως παρομοιάζονται με την καρδιά της κυρίας έχουμε την ραπτική (τσόντες/μπαλώματα), την οικοτεχνική (ανάβαση κατάβαση σκαλιών) ενώ ως κορωνίδα πρέπει να αναφερθεί φυσικά ο κινηματογράφος (βουβή ταινία και ασπρόμαυρη).

Παραθέτω τους στίχους:

Η αγάπη σου ήταν όλη,

τσόντες και μπαλώματα/

σαν παλιά βουβή ταινία που δεν έχει χρώματα

Ανεβαίνω κατεβαίνω τους καημού σου τα σκαλιά

κι η καρδιά σου βόλτες κάνει σαν τα περιπολικά

 

Η αγάπη σου ήταν όλη γκρίνιες και μαλώματα/

άσπρο μαύρο, μαύρο άσπρο ως τα ξημερώματα.

Με δεδομένο ότι στο σκυλάδικο έχουμε ελάχιστες αναπτύξεις της μελωδικής γραμμής και το οργανικό στοιχείο έρχεται ως απόλυτος συνοδός του τσιτάτου του κάθε τραγουδιού διότι εκεί βρίσκεται το εφαλτήριο της μπουζουκοειδούς διασκέδασης (ένα σκυλάδικο με instrumentals θα φαλίριζε από το πρώτο κιόλας βράδυ, σωστά?) δεχόμαστε a priori ότι ο στίχος είναι το απόλυτα εικοινωνήσιμο σημείο του σκυλάδικου, σε σημείο που επίσης να έχουμε δεχθεί ότι οι αντιγραφές και παραλλαγές πάνω σε όμοια θέματα και ενορχηστρώσεις γίνονται δεκτές, αν όχι συνώνυμο του ιδιώματος.

Αυτό που πολύ εύκολα παρατηρεί κάποιος σε νεώτερα ανθεμικά άσματα που κατακλύζουν πίστες, πλατό και πλατφόρμες δικτυακής ακρόασης αναφορικά με τους οπαδούς του είδους, είναι η υπεραπλούστευση των στίχων. Θα μπορούσε κάποιος πολύ εύκολα ν το ξεπεράσει με φράσεις του τύπου «μα τι περίμενες από το σκυλάδικο» όμως υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συντεταγμένη πίσω από όλο αυτό.

Είτε πάρουμε το περσινό μεγάλο hit του Κιάμου, ο λόγος για το Τρελοκομείο είτε το φετινό μεγάλο hit του Κωνσταντίνου Αργυρού θα δούμε μια ένδεια λέξεων. Ας δούμε για παράδειγμα τα Ξημερώματα του Αργυρού (στίχοι/μουσική από τον Πέτρο Ιακωβίδη)

Ξημερώματα δίνεις δικαιώματα

Μια δε μου μιλάς , μια μου λες πως μ’ αγαπάς

Ξημερώματα γυρίζω και δεν με αναγνωρίζω

Ξημερώματα δίνεις δικαιώματα

 

Δύο, δύο ώρες περιμένω να γυρίσεις

Δύο ώρες περιμένω μα θα αργήσεις

Δύο, δύο καρδιές που ‘γίναν μία θα τελειώσω

Δε με νοιάζει πλέον αν θα σε προδώσω

 

Πόσα, πόσα έκανα εγώ για να σε έχω

όλα αυτά τελειώσανε δεν το αντέχω

πρέπει να κοιτάξω λίγο και τον εαυτό μου

πάνω απ’ όλα βάζω τον εγωισμό μου

Τα ίδια θα βλέπετε αν έμπαιναν πάνω οι στίχοι του προαναφερθέντος Τρελοκομείου ή οποιοδήποτε τραγούδι της Πάολας. Αυτό δεν μετατρέπει σε καμία περίπτωση το συγκεκριμένο άρθρο σε αγιολογία των παλαιότερων σκυλάδικων, ασχέτως αν ο υπογράφων έχει αρκετές αγάπες σε δίσκους της περιόδου 75-85. Αυτή η έλλειψη ουσιαστικών και ως εκ τούτου δόμηση περιρρέοντος χώρου της υπόθεσης του μύθου που εξελίσσεται στο τραγούδι, σχετίζεται με μια παράμετρο που όπως πάντα η εγχώρια δισκογραφική βιομηχανία χειρίστηκε με την παραδοσιακή τσαπατσουλιά που την έχει στιγματίσει δεκάδες (χιλιάδες) φορές. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την αλλαγή του κοινού σε επίπεδο φυλετικής και εθνογραφική διάστασης. Οι οικονομικοί μετανάστες ειδικότερα από τις χώρες που ανήκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας και που ήρθαν στην Ελλάδα στις αρχές και στα μέσα της δεκαετίας του 90 προσπαθώντας να ενσωματωθούν ήταν πολύ φυσικό μετά από λίγο καιρό, ξεπερνώντας τις αρχικές πολιτισμικές προσδέσεις, να αναζητήσουν σημεία σύμφυσης με την εδώ πραγματικότητα. Αντί η ελληνική μουσική βιομηχανία να κάνει την έξυπνη κίνηση που έκανε η αμερικάνικη, δημιουργώντας  charts και καλλιτέχνες που να απευθύνονται σε αυτό το κοινό, προχώρησε σε μια αν το σκεφτεί κάποιος καθαρά ρατσιστική αντίληψη, ενσωματώνοντας τους ανθρώπους αυτούς στο κοινό της μέσω της υπεραπλούστευσης του ρεπερτορίου της. Αυτό φυσικά έγινε με το λογισμικό συλλογικού ασυνείδητου αναφορικά με τις μεγάλες κινήσεις που σηματοδοτούνται με τις αλλαγές καιρών και εποχών της οικονομικής και πολιτισμική ζωής μίας χώρας αλλά και στην ίδια την καθημερινότητα με δεκάδες executives που κάναν απλά copy paste οτιδήποτε ήταν εύκαιρο ανά εποχή.

…Βάλε λίγο από r ‘n’ n, βάλε λίγο βαλκανικό μετά την επιτυχία του σχετικού single  του Παντελίδη, κάνε το οπωσδήποτε αρκουδιάρικο (αμφότερα, Τρελοκομείο και Ξημερώματα μπαίνουν με χαρακτηριστική άνεση σε αυτό το είδος που είχε πολεμήσει με νύχια και δόντια ο αείμνηστος Γιάννης Παπαϊωάννου) και μίλα σε σλαβόφωνους, ρωσόφωνους και γενικά «όλους αυτούς μωρέ!» με έναν τρόπο που θα απηχεί μόνο άμεσο ένστικτο (μερικά βασικά επίθετα και χρήση βασικών ρημάτων). Για άλλη μια φορά χάθηκε ένας τρόπος να αφομοιωθούν πολιτισμικά οι άνθρωποι αυτοί και να μην σταματήσει η γνώση τους για την εδώ μουσική παράδοση στην καλύτερη των περιπτώσεων στην Άντζελα Δημητρίου, με βία και στον Αντύπα, ένεκα ανάκαμψης του τελευταίου στις πίστες των χρόνων μετά το 2010.

Από δίπλα ακολουθεί και το έντεχνο, μην έχουν καμία αμφιβολία οι θιασώτες του είδους. Ο αυτισμός στη χρήση επιθέτων απομονώνει την ίδια την προσπάθεια του ακροατή να λειτουργήσει βάσει δεσμών που μεταφέρει η λέξη. Η λέξη ως ύπαρξη μεταφέρει μνήμη. Και στην περίπτωση του σκυλάδικου ως γνωστόν η μνήμη έχει τρομακτικές απώλειες ένεκα κραιπάλης, την επόμενη ημέρα μόνο τα ρήματα «πεθαίνω» και «φύγε/μείνε/κάτσε» επιβιώνουν. Ούτε καν το αειθαλές «κολάζομαι». Έχει μνήμη συλλογική το τελευταίο, δεν κολλάει στις εφήμερες προσδοκίες παραγωγών και ερμηνευτών.

Στυλιανός Τζιρίτας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s